Γενικά

Συνήθως περισσότεροι από έναν περιοριστικοί παράγοντες συνέβαλαν και συμβάλλουν στην αλλαγή του μεγέθους και της κατανομής του πληθυσμού ενός είδους της άγριας πανίδας. Πριν την εφαρμογή οποιουδήποτε διαχειριστικού σχεδίου, πρέπει να διενεργείται αξιολόγηση του ενδιαιτήματος των ειδών της πανίδας. Η αξιολόγηση μπορεί να γίνεται:

α) εμπειρικά, σύμφωνα με τις γνώσεις του ειδικού στη διαχείριση άγριας πανίδας, την επιτόπια επίσκεψη και τη βοήθεια χάρτη,

β) με τη βοήθεια δεικτών, για αρκετά είδη της πανίδας έχουν αναπτυχθεί μαθηματικοί τύποι υπολογισμού της καταλληλότητας του ενδιαιτήματος (habitat suitability index, βλέπε Σώκος κ.α. 2004),

γ) με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας (π.χ. Larson et al. 2003).

Η πυκνότητα των ειδών της πανίδας σε μια περιοχή είναι συνήθως μεγαλύτερη σε συγκεκριμένες θέσεις όπου το ενδιαίτημα είναι καταλληλότερο. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο διαχειριστή να διαγνώσει τις αιτίες από τις οποίες το ενδιαίτημα δεν μπορεί να διατηρήσει περισσότερα ζώα. Χρήσιμες επίσης πληροφορίες μπορούν να αποκτηθούν και από προηγούμενες προσπάθειες αύξησης ή μείωσης του πληθυσμού. Η εξοικείωση του διαχειριστή με την περιοχή βοηθά στην απόκτηση γνώσεων για τα ζωικά και φυτικά είδη που υπάρχουν και τις αλλαγές που συμβαίνουν από εποχή σε εποχή. 

Παραδείγματα διαχείρισης ειδών της πανίδας στην Ελλάδα αποτελούν οι προσπάθειες διατήρησης απειλούμενων πτηνών και μεγάλων σαρκοφάγων, οι προσπάθειες αύξησης πληθυσμών θηρεύσιμων ειδών, ο περιορισμός της θανάτωσης πτηνών από αλλαντίαση στη λίμνη Κορώνια και ο περιορισμός των προβλημάτων από πτηνά στα αεροδρόμια.

Τα διαχειριστικά μέτρα αναφέρονται σε σπορές και φυτεύσεις, στη δημιουργία διακένων και υγροτόπων, στην τοποθέτηση ταϊστρών, ποτιστρών και τεχνητών φωλιών, στη σύλληψη και απελευθέρωση ατόμων, στην εκδίωξη με κρότο, στη ρύθμιση ανθρωπίνων δραστηριοτήτων (γεωργία, δασοπονία, λιβαδοπονία, θηραματοπονία, περιπατητές, ανεμογεννήτριες), στην ευαισθητοποίηση κλπ.